Συνέντευξη του Γιόαβ Τάλμι

Λίγο πριν διευθύνει τη συναυλία μας «Ανταύγεια» με «Το Πάθος» του Γ. Χάυντν, τις «Ανταύγειες από το μικρό φεγγάρι» του Δ. Μαραγκόπουλου και τη «Δεύτερη Συμφωνία» του Ρ. Σούμαν, ο κορυφαίος αρχιμουσικός και συνθέτης Γιόαβ Τάλμι απαντά σε ερωτήσεις για τα μουσικά έργα και τις ημέρες του…

-Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη σύνθεση και σε ποια ηλικία δημιουργήσατε το πρώτο σας έργο;
Ξεκίνησα να αυτοσχεδιάζω στο πιάνο σε ηλικία έξι ετών και αφού τότε δεν μπορούσα να γράψω μουσική, ο πατέρας μου (ο οποίος ήταν δάσκαλος μουσικής και ο πρώτος δάσκαλός μου στο πιάνο) έγραψε τα πρώτα μου κομμάτια για πιάνο. Περίπου στα δέκα – όταν άρχισα τα πρώτα μου μαθήματα θεωρίας και αρμονίας στο τοπικό ωδείο, ο δάσκαλος μου ζήτησε να γράψω μια σειρά από παραλλαγές σε ένα διάσημο παραδοσιακό τραγούδι του Ισραήλ, και πιθανότατα αυτή είναι η πρώτη χειρόγραφη σύνθεσή μου που επέζησε.

-Συχνά, οι πρώτες απόπειρες σύνθεσης γίνονται υπό την επιρροή κάποιου σημαντικού συνθέτη. Αυτό είναι κάτι που ισχύει και στη δική σας περίπτωση;
Αυτό που θεωρώ ως την πρώτη μου σοβαρή σύνθεση είναι ένα κομμάτι περίπου 12 λεπτών που ονομάζεται: Μουσική για φλάουτο και έγχορδα. Το έγραψα όταν ήμουν 22 ετών για τη γυναίκα μου, την Ερέλλα, η οποία ήταν εξαιρετική φλαουτίστα. Και ναι, δεν ντρέπομαι να πω ότι αυτή η σύνθεση έχει επιρροές από τον Μπάρτοκ.

-Ποιο ήταν το πρώτο μουσικό όργανο με το οποίο ήρθατε σε επαφή;
Το αρμόνιο. Αυτό το μικρό μουσικό όργανο με το οποίο θα πρέπει να αντλεί κανείς τον αέρα από τα πόδια του παίζοντας με τα χέρια τα πλήκτρα. Τα πόδια μου ήταν πολύ μικρά για να φτάσω στα πεντάλ, γι ‘αυτό καθόμουν στην αγκαλιά του πατέρα μου: εκείνος πατούσε το πεντάλ με τα πόδια του και εγώ χτυπούσα τα πλήκτρα…

-Τόσο η σύνθεση όσο και η διεύθυνση ορχήστρας σχετίζονται με το «όλο». Ως προσωπικότητα αλλά και ως καλλιτέχνης έχετε ανάγκη έναν συνολικό έλεγχο του αποτελέσματος για να εκφραστείτε;
Υπάρχει πραγματικά μια διάσπαση μεταξύ σύνθεσης και διεύθυνσης ορχήστρας. Ενώ η διεύθυνση συνεπάγεται κοινωνική συνεργασία με πολλούς καλλιτέχνες-μουσικούς, η σύνθεση είναι ένα πολύ μοναχικό επάγγελμα, όπου ο συνθέτης πρέπει να απομονωθεί από όλους τους γύρω ανθρώπους και να αναζητήσει τη μοναξιά.

-Σε ποιο βαθμό οι πρωτοποριακές τεχνικές σύνθεσης έχουν επηρεάσει τη δική σας μουσική;
Αν με τον όρο “πρωτοποριακές” εννοείτε υπερσύγχρονες τεχνικές, φοβάμαι ότι αυτό δεν επηρεάζει πραγματικά τη σύνθεσή μου. Αναζητώ στην γραφή μου πραγματική ουσία – όχι μόνο νέους ήχους ή εφέ που κανείς δεν έχει ξανακούσει…

-Σε ποιο μουσικό ρεύμα θεωρείτε ότι ανήκετε;
Δεν έχω ιδέα… Η μουσική μου σίγουρα δεν είναι δωδεκαφθογγική ούτε και μινιμαλιστική. Έχει μερικά τονικά κέντρα αν και δεν είναι και τονική… Αρκεί να πω ότι είναι σημαντικό για μένα η μουσική μου να είναι προσβάσιμη και να υπάρχει τρόπος αμφίδρομης επικοινωνίας με το κοινό.

-Πριν από λίγες μέρες στη συναυλία «100 χρόνια από τη γέννηση του Λέοναρντ Μπερνστάιν» βυθιστήκαμε στο έργο σας «Ελεγεία για έγχορδα, τύμπανα και ακορντεόν «Σκέψεις για το Νταχάου». Δημιουργία στοχαστική, εμπνευσμένη από μια σκοτεινή περίοδο της ιστορίας. Σε δημιουργικό επίπεδο, σας εκφράζει το φως ή το σκοτάδι;

Ξεκίνησα να συνθέτω την «Ελεγεία» μετά από την επίσκεψή μου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, κοντά στο Μόναχο. Δεδομένου ότι όλοι οι παππούδες μου, οι θείοι και οι θείες μου δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, η επίσκεψη αυτή με επηρέασε βαθιά και μου δημιούργησε πολύ έντονα συναισθήματα που – μετά από μια μακρά περίοδο περισυλλογής- οδήγησε σε αυτή τη σύνθεση. Έργο που ήρθε πράγματι μετά από αυτό το φρικτό σκοτάδι στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό που επιδιώκω να εκφράσω μέσα από τη μουσική μου είναι ότι μπορεί κανείς να συγχωρήσει μετά από πολύ καιρό – αλλά να μην ξεχνά ποτέ.

-Είναι τελικά η μουσική ένα είδος θεραπείας για τις πληγές που προκαλούν οι πράξεις των ανθρώπων;
Ναι, πραγματικά. Η μουσική έχει τόσες πολλές ιδιότητες και τρόπους να εισέρχεται στην ανθρώπινη ψυχή – μία από αυτές είναι το να επουλώνει τις πληγές και τα βάσανα.

-Σπουδάσατε σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας. Τελικά τί ισχύει; Συνθέτης γεννιέται κάποιος ή γίνεται;
Πιστεύω ότι η σύνθεση είναι κάτι πολύ βαθιά εσωτερικό και ψυχολογικό. Οι πραγματικοί συνθέτες γεννιούνται με την ικανότητα να εξωτερικεύουν και να μεταφράζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους με νότες.

-Η ψυχή σας ακουμπάει/ανήκει στη σύνθεση ή τη διεύθυνση ορχήστρας;
Λόγω των δύσκολων απαιτήσεων του επαγγέλματος που ασκούσα, αναγκάστηκα να αφιερώσω στην αρχή της καριέρας μου το 80% του χρόνου μου στη διεύθυνση και μόνο το 20% στη σύνθεση. Τώρα αυτή η κατάσταση αλλάζει απότομα και αφιερώνω ίσο χρόνο και στα δύο. Έχω όμως την τάση να αφιερώνω όλο και περισσότερο χρόνο μόνο στη σύνθεση.

-Πώς νιώθετε όταν ακούτε κάποιο έργο σας να ερμηνεύεται ζωντανά;
Συγκινούμαι πολύ- με την προϋπόθεση βέβαια ότι η ερμηνεία είναι καλή.

-Πολλοί συνθέτες, μεταξύ των οποίων και ο προσφιλής σε εσάς Μάλερ, διορθώνουν τα έργα τους διαρκώς. Εσείς επιστρέφετε σε παλιές συνθέσεις;
Είναι κάτι που επιχειρώ κατά καιρούς, αλλά προσπαθώ να μην το κάνω γιατί δεν υπάρχει τέλος σε αυτό… Πάντα αισθάνεσαι ότι κάτι πρέπει να αλλάξεις, να διορθώσεις… Κάποια στιγμή πρέπει απλά να το αφήσεις ως έχει.

-Διευθύνετε ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Οι διαφορετικές εθνικότητες συνιστούν διαφορετικά ακροατήρια. Σας επηρεάζει ο τρόπος με τον οποίο σας «ακούνε»;
Ναι. Οι διαφορετικές εθνικότητες έχουν συγκεκριμένους χαρακτήρες και διαφορετικό τρόπο αντίδρασης σε συναισθηματικά θέματα. Γνωρίζουμε ότι ο Μπραμς, ο Μπρούκνερ και ο Σιμπέλιους (για να αναφέρω λίγους) ήταν και παραμένουν εξαιρετικά αγαπητοί σε κάποιες χώρες ενώ σε κάποιες άλλες θεωρούνται “φλύαροι και βαρετοί”. Αυτό είναι ένα συναρπαστικό θέμα που χρειάζεται περισσότερη συζήτηση…

-Η Συμφωνία αρ. 49 του Χάυντν είναι πολύ διαφορετική από τις υπόλοιπες Συμφωνίες του. Πρόκειται για ένα «σκοτεινό» έργο. Ποια οδηγία σκέφτεστε να δώσετε στην ορχήστρα; Είναι για εσάς σημαντικότερη η τεχνική αρτιότητα ή η έκφραση του πένθιμου συναισθήματος;
Αυτή η υπέροχη συμφωνία αντιπροσωπεύει τη “Θύελλα και την Αγωνία” στο γράψιμο του Χάυντν, στο οποίο τονίζει την αναστάτωση, μερικές φορές τη θλίψη, και τον πόνο των νέων. Όπως οι συμφωνίες αριθ. 44 (“Θρήνος”) και 45 “Αποχαιρετιστήρια”) – όλες σε ελάσσονα, αυτά είναι μοναδικά έργα που το κοινό πρέπει να ακούσει. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω αυτό το έργο με το αυθεντικό ύφος της εποχής και ελπίζω ότι το ακροατήριο της Αθήνας θα το απολαύσει και θα ταυτιστεί με αυτό.

-Η Συμφωνία του Σούμαν εκφράζει έναν δημιουργό που νιώθει την ευθύνη να συνεχίσει και να ανανεώσει τη μεγάλη συμφωνική παράδοση ενός Μπετόβεν και ενός Σούμπερτ. Ως σύγχρονος συνθέτης και εσείς ο ίδιος ποια θεωρείτε ότι είναι η δική σας ευθύνη;
Η δεύτερη συμφωνία, θεωρείται από πολλούς ως η σπουδαιότερη από τις τέσσερις, είναι το πρώτο έργο μεγάλης κλίμακας του Σούμαν μετά την υπερκόπωση που υπέστη το 1842 και την σοβαρή κατάρρευσή του το 1844. Ακολουθώντας την 9η συμφωνία του Μπετόβεν, ο Σούμαν έβαλε το Scherzo ως δεύτερο μέρος και έφερε το Adagio espressivo, με το σπάνιο βάθος και την ομορφιά του, ως τρίτο. Ως αρχιμουσικός, βλέπω τον εαυτό μου ως ταπεινό υπάλληλο του συνθέτη και προσπαθώ όσο πιο σκληρά μπορώ, προκειμένου να εκπληρώσω όλες τις επιθυμίες αυτού του γιγαντιαίου συνθέτη (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων σημείων του μετρονόμου!).

-Ποια συμβουλή θα δώσετε στους μουσικούς;
Ο μεγάλος αρχιμουσικός George Szell έγραψε:
“Οι συμφωνίες του Σούμαν μπορούν να είναι μια πραγματικά συναρπαστική εμπειρία τόσο για τους μουσικούς όσο και για το κοινό, υπό την προϋπόθεση ότι εκτελούνται με τη σωστό ρυθμό, με ενθουσιασμό και με κατανόηση του μεγαλείου τους”.

Συμφωνώ ολόψυχα.