O Γιόαβ Τάλμι συστήνεται …
Γεννήθηκα σε οικογένεια με βαθιά αγάπη για τη δημιουργία. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος μουσικής και ξεκίνησε να μου μαθαίνει πιάνο όταν ήμουν 6 χρονών, θυμάμαι ότι μου αγόρασε την παρτιτούρα της «Ηρωικής Συμφωνίας» του Μπετόβεν. Στα 9 μου έδωσα το πρώτο μου ρεσιτάλ. Στα 14 ήμουν σολίστ σε ορχήστρα, και στα 15 ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη σύνθεση.
Σπούδασα μουσική διεύθυνση στη Μουσική Ακαδημία Ρούμπιν του Τελ Αβίβ. Τότε, εγκατέλειψα το πιάνο και επικεντρώθηκα στη μουσική διεύθυνση και τη σύνθεση. Είμαι συνθέτης από πολύ μικρός καθώς η ανάγκη μου για έκφραση μέσω της σύνθεσης ξεκίνησε στα 6 μου. Συνέχισα τις σπουδές μου στο Τζούλιαρντ στη Νέα Υόρκη, συμμετέχοντας σε διεθνείς διαγωνισμούς, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Κουσεβίτσκι, και το διαγωνισμό σύνθεσης Rupert Foundation Conducting Competition στο Λονδίνο.
Πολύ συχνά με ρωτούν πώς ξεκίνησα τη μουσική διεύθυνση και γιατί εγκατέλειψα το πιάνο. Η απάντηση που θέλω να μοιραστώ μαζί σας είναι πως όταν ήμουν παιδί 6-7 χρονών δεν αισθανόμουν ότι επέλεξα εγώ τη μουσική, αλλά ότι εκείνη με επέλεξε. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς μουσική. Έτσι ξεκίνησα ως πιανίστας, όμως όταν άκουσα ηχογραφήσεις ορχηστρών να ερμηνεύουν, Μπραμς, Τσαϊκόφσκι, Μότσαρτ, Μπετόβεν, ο πλούτος του ήχου τους με γοήτευσε με τρόπο πολύ πιο συναρπαστικό από το πιάνο. Επέλεξα λοιπόν τη διεύθυνση γιατί έτσι ένιωσα ότι μπορώ να εκφράσω τη μουσική με τον καλύτερο τρόπο. Γι’ αυτό είμαι μαέστρος.
Στα 19 χρόνια μου ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε τη διεξαγωγή διαγωνισμού για να βρει το επίσημο εμβατήριο του στρατεύματος. Σε αυτόν το διαγωνισμό έλαβαν μέρος 208 συνθέτες από όλο το Ισραήλ. Την εποχή εκείνη ήμουν μέλος της μπάντας του στρατού και φυσικά τελείως άγνωστος. Κανείς δε με γνώριζε εκτός από τη γυναίκα μου την Ερέλα που έπαιζε φλάουτο-στην ίδια μπάντα. Θυμάμαι ότι ακόμη και ο Ιζάκ Γκρατσιάνι που ήταν ο αρχιμουσικός και υποτίθεται ότι έκανε την επιλογή των μουσικών δεν με γνώριζε. Βρισκόμουν στην ορχήστρα και έπαιζα όλα τα εμβατήρια. 208 εμβατήρια. Μερικές φορές αρχίζαμε και μετά από 5 λεπτά ο Γκρατσιάνι σταματούσε και έλεγε: «Αυτά είναι αηδίες!» Έτσι σταματούσαμε και προχωρούσαμε στο επόμενο εμβατήριο ώστε να διαλέξουμε εκείνα που θα περνούσαν στον τελικό.
Όταν έφτασε η ώρα του δικού μου εμβατηρίου, ο Γκρατσιάνι ενθουσιάστηκε και αναφώνησε «Επιτέλους κάποιος που ξέρει να γράφει εμβατήρια!». Έτσι, το εμβατήριό μου έφτασε στον τελικό, ο οποίος μεταδιδόταν σε όλα τα στρατόπεδα του Ισραήλ και οι στρατιώτες ψήφιζαν τηλεφωνικώς. Υπήρχε επίσης, μια επιτροπή στην αίθουσα που διεξαγόταν η διαδικασία και οι ψήφοι του κοινού που ήταν παρών. Στο τέλος, στρατιώτες, επιτροπή και κοινό επέλεξαν το δικό μου εμβατήριο, το οποίο έγινε και παραμένει το επίσημο εμβατήριο που ερμηνεύεται σε επίσημες εκδηλώσεις και γεγονότα του Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι έγιναν και άλλοι διαγωνισμοί μετά από εκείνον τον πρώτο.
H καριέρα μου άρχισε να απογειώνεται όταν έφτασα στη δεκαετία των 30. Τα τελευταία χρόνια με απορροφά όλο και περισσότερο η σύνθεση και η διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Το να διδάσκω με γεμίζει πολύ. Συχνά, επίσης, διευθύνω έργα μου.
Τη Μεγάλη Τετάρτη στη συναυλία «100 χρόνια από τη γέννηση του Λέοναρντ Μπερνστάιν» στο Μέγαρο Μουσικής η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ερμήνευσε το έργο μου «Ελεγεία για έγχορδα, τύμπανα και ακορντεόν «Σκέψεις για το Νταχάου». Πρόκειται για ένα βαθιά συναισθηματική, σύνθεση ουσίας, αφιερωμένη στους παππούδες μου, οι οποίοι σκοτώθηκαν στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, και τους οποίους δε γνώρισα ποτέ.
Η προσωπική μου ευχή είναι να παραμένω «νέος» για το επάγγελμά μου, ακόμα και αν όταν θα είμαι 90 ετών.
*Το παραπάνω κείμενο σε α πρόσωπο αποτελεί συρραφή απαντήσεων του Γιόαβ Τάλμι σε ερωτήσεις δημοσιογράφων του εξωτερικού
Ιωάννα Θωμά